Σελίδες

Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2013

Μαργαρίτα και Ρίτα! (1ο)

   Αυτό είναι το πρώτο κεφάλαιο από το Μαργαρίτα και Ρίτα. Ελπίζω να αρέσει. Αλλά είναι το πρώτο μου, δεν είναι λίγο λογικό να μην είναι και το καλύτερο;

  Δώδεκα η ώρα. Το ρολόι χτυπάει. Οι μαθητές ιδρώνουν στη ζεστή αίθουσα. Η Μαργαρίτα περιμένει να βγει για διάλειμμα  αλλά τα λεπτά αργούν να περάσουν. Ένα λεπτό. Δύο λεπτά. Όλα της φαίνονται σαν αιώνας. Μάλλον το ίδιο νιώθουν οι καινούριοι συμμαθητές της. Κοιτάζονται μεταξύ τους ανυπόμονα.
   Ο καθηγητής παραδίδει αργά το μάθημα. Φαίνεται πολύ ξινός, έτσι που μιλάει αργά, σαν να απευθύνεται στα παιδιά της δευτέρας δημοτικού. Οι υπόλοιποι μάλλον τον γνωρίζουν από πέρσι. Μια κοπέλα που την λένε Ιωάννα της είπε ότι είναι ο κύριος Παύλος.
   Η Μαργαρίτα  ξανασκέφτεται γιατί βρίσκεται σε αυτό το σχολείο. Όλα άρχισαν με τον  καβγά. Τον καβγά της μητέρας και του πατέρα.Εκείνη έκανε τα μαθήματα της, κλεισμένη στο δωμάτιο της. Ξαφνικά άκουσε φωνές από το σαλόνι. Δεν τις άκουγε καθαρά, οπότε βγήκε από το δωμάτιο και έφτασε μέχρι την πόρτα του σαλονιού. Τώρα άκουγε ξεκάθαρα:
   «Σου λέω πως δεν είναι σωστό. Στο έχω πει εκατοντάδες φορές. Γιατί δεν ακούς;»
   «Κι εγώ σου έχω πει άλλες τόσες φορές πως είναι ανάγκη. Μαίρη, πρέπει να το καταλάβεις, δεν γίνεται αλλιώς.»
   «Διαφωνώ! Θα είναι πολύ σκληρό για αυτήν. Η μετανάστευση σε άλλη χώρα θα κοστίσει πολύ στη Μαργαρίτα! Να ρωτήσουμε και ψυχολόγο…»
   Η Μαργαρίτα πάγωσε. Απομακρύνθηκε για να μην ακούει άλλο. Είχαν σκοπό να μετακομίσουν στο εξωτερικό! Προφανώς για την οικονομική τους κατάσταση, η οποία πήγαινε από το κακό στο χειρότερο. Πραγματικά, για αυτήν θα ήταν ολική καταστροφή. Θα έχανε τις φίλες της, αφού καμία δεν είχε e-mail. Εκείνη είχε ακούσει πως από το εξωτερικό είναι ακριβό να παίρνεις τηλέφωνο στην Ελλάδα. Μάλλον θα αναγκαζόταν να γράφει βαρετά γράμματα που φτάνουν σε ένα μήνα.
   Η Μαργαρίτα ευγνωμονούσε τη μαμά της που την υπερασπιζόταν, όταν άκουσε τη δίφυλλη πόρτα του σαλονιού να ανοίγει. Έτρεξε γρήγορα κι αθόρυβα στο δωμάτιό της κι έκλεισε την πόρτα. Ύστερα από αυτό άκουσε τη μαμά να τρέχει και να κλείνει με δύναμη την πόρτα του μεγάλου υπνοδωματίου. Πίσω από την πόρτα ακούστηκε ένας υπόκωφος ήχος σαν αναφιλητό.  Αυτό το αναφιλητό ήταν ο προάγγελος ενός ποταμού δακρύων που συνεχίστηκαν για μήνες.
                                               .   .   .

      Οι τσακωμοί της μαμάς με τον μπαμπά συνεχιζόντουσαν. Όσο κι αν επέμενε η μαμά, ο μπαμπάς δεν άλλαζε γνώμη. Ήθελε οπωσδήποτε να πάνε στο εξωτερικό. Είχε και σχέδια. Προτιμούσε τη Γερμανία και είχε βρει ήδη μια δουλειά. Είχε κάνει αίτηση, αλλά δεν του είχαν απαντήσει ακόμα. Έλεγε επίσης πως ψάχνει δουλειά για τη μαμά και ελληνο-γερμανικό σχολείο για τη Μαργαρίτα. Εκείνη μάθαινε γερμανικά σε φροντιστήριο εδώ και μερικά χρόνια, οπότε δεν θα είχε πρόβλημα.
   Εννοείτε πως δεν της έλεγαν της Μαργαρίτας τι συζητιόταν στους καβγάδες. Αυτή νόμιζε ότι άκουγε τα πάντα συνήθως. Η μαμά είχε θυμώσει πολύ. Ήταν θυμωμένη γιατί ο μπαμπάς τα είχε κανονίσει σχεδόν όλα χωρίς τη γνώμη της. Επέμενε ότι θα ήταν πολύ κακό ψυχολογικά για την μοναχοκόρη τους.
   Μια ηλιόλουστη μέρα του Απριλίου, κοντά στο Πάσχα, η Μαργαρίτα πήγε με την μαμά της στο πάρκο. Όταν έφτασαν κάθισαν σε ένα παγκάκι. Η μαμά άρχισε να μιλάει πρώτη:
   «Νομίζω, αγάπη μου, πως έχεις καταλάβει ότι κάτι στο σπίτι δεν πάει καλά. Έτσι  δεν είναι;»
   «Ναι μαμά. Εσύ και ο μπαμπάς μαλώνετε συνέχεια.»
   «Ξέρεις το λόγο;»
   «Ναι, είχα ακούσει τι λέγατε μια φορά. Πώς θα πάμε κι εμένα θα μου κάνει κακό η ξαφνική αλλαγή…»
   «Εσύ τι λες;»
   «Δεν θέλω να φύγω. Αγαπώ την Ελλάδα.»
   «Συμφωνώ μαζί σου. Νομίζω πως μπορούμε να το παλέψουμε ακόμα. Έπειτα, δεν μου αρέσει η Γερμανία. Έχει πολύ κρύο. Άσε το παρελθόν της… Τι μας έκανε εδώ στην Ελλάδα…»
   «Δίκιο έχεις μαμά. Να μην φύγουμε.»
   «Ξέρεις, ο μπαμπάς μου είπε αν είναι κακό για εσένα να πας στη Γερμανία, να μείνεις εδώ με τη γιαγιά σου. Εγώ όμως λέω να πας στη γιαγιά για λίγες μέρες. Μέχρι να τελειώσουν οι διακοπές του Πάσχα και πας πάλι σχολείο, μάλλον θα έχουμε κανονίσει τι θα γίνει με τη Γερμανία. Αλλά καλύτερα να μην είσαι στο σπίτι, γιατί επηρεάζεσαι πολύ από εμάς.»
   «Πότε θα πάω;»
   «Σήμερα; Αύριο; Όταν είσαι έτοιμη. Θα έρχομαι να σε βλέπω.»
   Σηκώθηκαν και περπάτησαν λίγο στο πάρκο. Ήταν και οι δυο τους σιωπηλές. Η Μαργαρίτα περίμενε πως θα της το πουν αυτό κάποια στιγμή.
   Γύρισαν αμίλητες σπίτι. Η Μαργαρίτα ετοίμασε τα ρούχα για την επόμενη μέρα, που θα πήγαινε στη γιαγιά της.
.   .   .

    Η Μαργαρίτα βαριέται. Βαριέται πολύ. Είναι εδώ και πέντε μέρες με τη γιαγιά της, τη μαμά της μαμάς της. Η μαμά της έρχεται μια φορά τη μέρα, αλλά τη βλέπει πολύ λίγο. Όταν έρχεται μπαίνει στη κουζίνα να μιλήσει με τη γιαγιά και τη διώχνουν εκείνη. Μερικές φορές προσπάθησε να κρυφακούσει αλλά μιλούσαν ψιθυριστά. Μόλις τέλειωναν τη συζήτηση η μαμά έφευγε αμέσως . Μια φορά μόνο που την είδε παραπάνω της φάνηκε πάρα πολύ στεναχωρημένη.
     Η Μαργαρίτα ανησυχεί. Θα πάει να ρωτήσει τη γιαγιά της:
«Γιαγιά πότε θα γυρίσω σπίτι;», αποφάσισε να μην το πει κατευθείαν.
« Δεν σου αρέσει εδώ;», ανταπέδωσε η γιαγιά την ερώτηση.
« Ωραία είναι αλλά μου λείπει το δωμάτιο μου.»
« Τότε θα πρέπει να συνηθίσεις αυτό που έχεις.»
     Η γιαγιά ήταν έτοιμη για λογομαχία, αλλά η εγγονή της δεν ήταν έτοιμη για κάτι τέτοιο.
« Είναι καλά η μαμά;»
« Η μαμά σου είναι καλά»
     Η συζήτηση τελείωσε εκεί. Η Μαργαρίτα είχε πάντα πρόβλημα με τη γιαγιά της. Αυτή προτιμούσε το ξάδερφο της, που μιλάει πολύ ωραία και καθαρά, είναι όμορφος και μοιάζει στο παππού. Είναι τόσο άσχημο αυτό που κάνει!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου